Ενδεικτικά παραδίδονται ρήματα από την Ραψωδία Α
ἄειδε
ἀείδω, Ιων. και ποιητ. ρήμα (πρβλ. ἀείρω), σε Αττ. ᾄδω· παρατ. ἤειδον, Επικ. ἄειδον,
Αττ. ᾖδον· μέλ. ἀείσομαι, Αττ. ᾄσομαι· σπανίως σε Ενεργ. τύπο ἀείσω· ακόμη σπανιότερα
απαντά ο τύπος ᾄσω· Δωρ. ᾀσεῦμαι, ᾀσῶ· αόρ. αʹ ἤεισα, Επικ. ἄεισα [ᾰ], προστ. ἄεισον, Αττ.
ᾖσα — Παθ., Αττ. αόρ. αʹ ᾔσθην, παρακ. ᾖσμαι· I. άδω, παράγω οξύ ήχο, λέγεται για τη χορδή
του τόξου, σε Ομήρ. Οδ.· σφυρίζω, λέγεται για τον άνεμο, σε Μόσχ.· κάνω πάταγο, λέγεται
για λίθο που προσκρούει κάπου, σε Θεόκρ. II. μτβ., 1. με αιτ. πράγμ., ψάλλω, διηγούμαι
ψάλλοντας· μῆνιν, παιήονα, κλέα ἀνδρῶν, σε Όμηρ.· απόλ., ἀείδειν ἀμφί τινος, ψάλλω προς
έπαινο κάποιου, εξυμνώ, σε Ομήρ. Οδ. — Παθ., λέγεται για άσματα, άδομαι, ψάλλομαι, σε
Ηρόδ.· ᾆσμα καλῶς ᾀσθέν, σε Ξεν. 2. με αιτ. προσ., ψάλλω, επαινώ, σε Αττ.
ἔδεισεν
δείδω, ενεστ. μόνο στο πρώτο πρόσ., δέδοικα ή δέδια που χρησιμ. πάντοτε ως
ενεστ. στην Αττ.· μέλ. δείσομαι, αόρ. αʹ ἔδεισα, Επικ. ἔδδεισα, παρακ. με ενεστ. σημασία
δέδοικα, Επικ. δείδοικα· επίσης δέδια, Επικ. δείδια I, προστ. δέδῐθι, Επικ. δείδιθι, απαρ.
δεδιέναι, Επικ. δειδίμεν (πρέπει να διαχωρίζεται από το αʹ πληθ. οριστ. δείδιμεν)· μτχ.
δεδιώς, Επικ. πληθ. δειδιότες· υπερσ. (με σημασία παρατ.) ἐδεδοίκειν, επίσης ἐδεδίειν, Επικ.
πληθ. ἐδείδιμεν, ἐδείδισαν, δείδισαν (για τη ρίζα, βλ. δίω), Φοβάμαι, απόλ., σε Όμηρ. κ.λπ.·
1. ακολουθ. από πρόθ., δ. περί τινι, είμαι αναστατωμένος, ανήσυχος για, σχετικά με..., σε
Ομήρ. Ιλ., Αττ.· ἀμφί τινι, περί τινος, ὑπέρ τινος, στους ίδ.· συνοδευόμενο από δευτερεύουσα
πρόταση με το μή..., Λατ. vereor ne..., φοβάμαι μήπως..., ακολουθ. από υποτ.· σπανίως με
οριστ., δείδω μὴ νημερτέα εἶπεν, σε Ομήρ. Οδ.· δ. μὴ οὐ..., Λατ. vereor ut..., φοβάμαι μήπως
δεν..., ακολουθ. από υποτ., σε Ηρόδ. κ.λπ. 2. με απαρ., φοβάμαι να κάνω κάτι, σε Ομήρ. Ιλ.,
Θουκ. 3. με αιτ., φοβάμαι, τρέμω, σε Όμηρ. κ.λπ. 4. τὸ δεδιός, το αντικείμενο φόβου κάποιου,
ο φόβος του, =δέος, σε Θουκ.
ἦλθε
ἔρχομαι, παρατ. ἠρχόμην, μέλ. (όπως αν προερχόταν από το ἐλεύθομαι), ἐλεύσομαι·
Ενεργ., αόρ. βʹ ἤλῠθον, ἦλθον· Επικ. απαρ. ἐλθέμεναι, -έμεν, Δωρ. -ἦνθον· παρακ. ἐλήλῠθα,
Επικ. εἰλήλουθα, αʹ πληθ. εἰλήλουθμεν· υπερσ. ἐληλύθειν, Ιων. γʹ ενικ. ἐληλύθεε, Επικ.
εἰληλούθει· I. 1. έρχομαι ή πηγαίνω, σε Όμηρ. κ.λπ. 2. έρχομαι ή πηγαίνω πίσω, επιστρέφω,
σε Ομήρ. Οδ.· αὖτις, ἄψ, πάλιν ἐλθεῖν, στο ίδ. 3. με σύστ. αντ., ὁδόν ή κέλευθον ἐλθεῖν, οδεύω
σε ταξίδι, ταξιδεύω, σε Όμηρ., Αισχύλ.· ἀγγελίην ἐλθεῖν, μεταφέρω μια είδηση, σε Ομήρ. Ιλ.
4. με γεν. τόπου, πεδίοιο ἐλθεῖν, μέσω ή κατά μήκος της πεδιάδας, στο ίδ. 5. με μτχ. μέλ.,
για να δηλώσει λόγο, αιτία, έρχομαι οἰσόμενος, πηγαίνω να φέρω, στο ίδ.· μαρτυρήσων ἦλθον,
σε Αισχύλ. κ.λπ.· ως βοηθητικό ρήμα, ἔρχομαι λέξων, πρόκειται να πω, σκοπεύω να μιλήσω
(όπως το Γαλλ. je vais dire), σε Ηρόδ. 6. η μτχ. αορ. ἐλθών συχνά προστίθεται σε άλλο ρήμα,
κάθηρον ἐλθών, έλα και καθάρισε, έλα να εξαγνίσεις, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ. II. μεθομηρικές
φράσεις: 1. εἰς λόγους ἔρχεσθαί τινι, έρχομαι σε συνομιλία με, συνομιλώ με, σε Ηρόδ., Σοφ.
2. εἰς χεῖρας, ομοίως και ἐς μάχην ἐλθεῖν τινι, ερχομαι στα χέρια με κάποιον, ανταλλάσσω
χτυπήματα, συμπλέκομαι, σε Αισχύλ., Ηρόδ. 3. ἐπὶ μεῖζον ἔρχ., αυξάνεται, σε Σοφ.· εἰς πᾶν
ἐλθεῖν, κάνει ό,τι μπορεί, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια, σε Ξεν. 4. ἐς τὸ δεινόν, ἐς τὰ
ἀλγεινὰ ἐλθεῖν, με απαρ., διατρέχω κίνδυνο, σε Θουκ. κ.λπ.· παρὰτοσοῦτον ἦλθε κινδύνου,
τόσο κοντά πλησίασε στον κίνδυνο, σε Θουκ. 6. με διά και γεν., εμφατικά αντί ρήματος, διὰ
μάχης τινὶ ἔρχεσθαι, αντί μάχεσθαί τινι, σε Ευρ. κ.λπ.
ὀΐω
οἴομαι, Επικ. επίσης ὀΐομαι, Αττ. συνήθως οἶμαι· παρατ. ᾠόμην, Αττ. ᾠόμην, Αττ. ᾤμην,
μέλ. οἰήσομαι· Επικ. αόρ. αʹ ὠϊσάμην· επίσης στην Παθ., ὠϊσθην, μτχ. ὀϊσθείς, Αττ. ᾠήθην·
Ενεργ. ενεστ. οἴω, Επικ. ὀΐω, αλλά μόνο στο αʹ ενικ. ενεστ. (στην αναλυμένη δίφθογγο, το ῑ
σε όλους τους χρόνους είναι μακρό, ὀΐομαι, ὀΐεαι, ὀΐεται, ὀΐσατο κ.λπ.· ὀΐω)· I. 1. υποθέτω,
σκέφτομαι, κρίνω, νομίζω, πιστεύω, φαντάζομαι, προσδοκώ, φοβάμαι ότι, με αιτ. και απαρ.,
κατά κανόνα απαρ. μέλ., σε Όμηρ. κ.λπ. 2. με απαρ. μόνο, όταν τα δύο ρήματα έχουν το
ίδιο υποκείμενο, όπως, κιχήσεσθαί σε ὀΐω, σκέφτομαι να συλλάβω, δηλ. νομίζω ότι θα...,
σε Ομήρ. Ιλ.· οὐ γὰρ ὀΐω πολεμίζειν, δεν σκέφτομαι, δηλ. δεν σκοπεύω να πολεμήσω,
στο ίδ.· ἐν πρώτοισιν ὀΐω ἔμμεναι, προσδοκώ να είμαι, σε Ομήρ. Οδ. 3. μερικές φορές, το
υποκείμενο του απαρ. εννοείται από τα συμφραζόμενα, τρώσεσθαι ὀΐω, φοβάμαι (ότι πολλοί)
θα πληγωθούν, σε Ομήρ. Ιλ.· διωκέμεναι γὰρ ὀΐω, φοβάμαι (ότι αυτοί) με καταδιώκουν,
σε Ομήρ. Οδ. 4. απόλ. (αμτβ.), αἰεὶ ὀΐεαι, είσαι πάντοτε καχύποπτος, σε Ομήρ. Ιλ.· επίσης,
νομίζω, πιστεύω, περιμένω, προοιωνίζομαι, μαντεύω, θυμὸς ὀΐσατό μοι, το μάντεψε η καρδιά
μου, σε Ομήρ. Οδ.· ὀΐσατο κατὰ θυμόν, είχε προαίσθημα στην ψυχή του, στο ίδ.· απρόσ.,
ὀΐεταί μοι ἀνὰ θυμόν, έρχεται ένα προμήνυμα στην καρδιά μου, στο ίδ. II. μτβ., προσδοκώ,
προσμένω, κεῖνον ὀϊομένη, προσμένοντας τον γυρισμό του, την επιστροφή του, σε Ομήρ. Οδ.·
γόον δ’ ὠΐετο θυμός, η ψυχή του ήταν παραδομένη στη λύπη, στο ίδ. III. 1. χρησιμ. από τον
Όμηρο παρενθετικά, στο αʹ πρόσ., ἐν πρώτοισιν, ὀΐω, κείσεται, ανάμεσα στους πρώτους,
φαντάζομαι, θα συγκαταλεγεί, σε Ομήρ. Ιλ.· ἔπειτά γ’, ὀΐω γνώσεαι, σε Ομήρ. Οδ. 2. στην Αττ.
η παρενθετική αυτή χρήση περιορίζεται στον συνηρ. τύπο οἶμαι, παρατ. ᾤμην, μου φαίνεται,
νομίζω, σκέφτομαι, υποθέτω, πιστεύω· ακόμη και ανάμεσα σε πρόθ. και την πτώση που τη
συνοδεύει, ἐν οἶμαι πολλοῖς, σε Δημ.· χρησιμ. ως απάντηση σε ερώτηση, εκφράζοντας θετική
βεβαιότητα, το πιστεύω, βεβαίως, χωρίς καμία αμφιβολία, εννοείται, σε Αριστοφ. κ.λπ.·
οἶμαι ἔγωγε, βεβαίως έχω αυτή την άποψη, ναι, βέβαια, το πιστεύω, σε Πλάτ.· επίσης, σε
παρενθετική ευθεία ερώτηση, πῶς οἴει; πῶς οἴεσθε; τι νομίζεις; όπως το πῶς δοκεῖς; επίσης,
οἴει; μόνο του, δεν το νομίζεις; τι πιστεύεις; σε Πλάτ. IV. οἴομαι δεῖν, το θεωρώ αναγκαίο,
θεωρώ χρέος μου, όπως το Γαλλ. je crois devoir, σε Σοφ., Πλάτ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου