Αισχύλος Επτά Επί Θήβας Στίχοι 1-7



Ανάμεσα στα κορυφαία έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, οι Επτά επί Θήβας του Αισχύλου ξεχωρίζουν ως μια τραγωδία βαθιάς πολιτικής και ηθικής φόρτισης. Πρόκειται για το τελευταίο μέρος της Θηβαϊκής τριλογίας του ποιητή και το μοναδικό που σώζεται ακέραιο ως σήμερα. Παρουσιάστηκε το 467 π.Χ. και χάρισε στον Αισχύλο τη νίκη στους δραματικούς αγώνες της Αθήνας.Το έργο εστιάζει στη σύγκρουση των δύο γιων του Οιδίποδα, του Ετεοκλή και του Πολυνείκη, οι οποίοι διεκδικούν τον θρόνο της Θήβας. Η συμφωνία τους να εναλλάσσονται στην εξουσία καταρρέει, οδηγώντας τον Πολυνείκη να οργανώσει εκστρατεία με έξι συμμάχους βασιλείς εναντίον της πόλης. Η τραγωδία κορυφώνεται με την αδελφοκτονία μπροστά στις πύλες της Θήβας, αποτυπώνοντας την καταστροφική δύναμη της ύβρεως και της διχόνοιας.Ο Αισχύλος, με λιτό αλλά πυκνό ποιητικό λόγο, αναδεικνύει το δίλημμα ανάμεσα στο καθήκον και το συναίσθημα, ενώ ο χορός των Θηβαίων γυναικών λειτουργεί ως φωνή της συλλογικής αγωνίας. Οι Επτά επί Θήβας δεν είναι απλώς ένα πολεμικό δράμα· είναι μια βαθιά πολιτική αλληγορία για την ευθύνη του ηγέτη, την πίστη στους θεσμούς και την τραγική μοίρα της ανθρώπινης φύσης.

Λεξικογραμματική ανάλυση

1 Στίχος
καίρια
καίριος, -α, -ον και -ος, -ον (καιρὸς Β)· I. χρησιμοποιείται για τόπο, αυτός που
βρίσκεται στο κατάλληλο μέρος, στον σωστό τόπο, απ’ όπου λέγεται για τα μέρη του
σώματος, ἐν καιρίῳ, κατὰ καίριον, σε ζωτικό, καίριο σημείο, σε Ομήρ. Ιλ.· επίσης λέγεται
για πληγές, τραύματα, πέπληγμαι καιρίαν πληγήν, καιρίας πληγῆς τυχεῖν, σε Αισχύλ.· το
πληγὴ κάποιες φορές παραλείπεται, σε Ηρόδ.· επίρρ. -ίως, θανάσιμα, σε Αισχύλ. II. 1.
χρησιμοποιείται για χρόνο, στον κατάλληλο χρόνο, έγκαιρος, επίκαιρος, ο εν ευθέτω χρόνω,
σε Ηρόδ., Τραγ. κ.λπ.· τὰ καίρια, επίκαιρες περιστάσεις, ευκαιρίες, σε Θουκ. 2. αυτός που
διαρκεί ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, σε Ανθ. 3. επίρρ. -ρίως, στον κατάλληλο χρόνο,
εγκαίρως, σε Αισχύλ.· συγκρ. -ωτέρως, σε Ξεν.· ομοίως επίσης, πρὸς τὸ καίριον, σε Σοφ. εδώ
ειναι αιτιατική πληθυντικού του ουδετέρου

2 Στίχος
πρᾶγος
πρᾶγος, -εος, τό, 1. ποιητ. αντί πράγματος, σε Πίνδ., Αισχύλ., Σοφ., Αριστοφ. 2. =
πράγματα, πολιτικές υποθέσεις.,εδώ αιτιατική ενικού του ουδετέρου ουσιαστικού

3 Στίχος
οἴακα
οἴαξ, -ᾱκος, Ιων. οἴηξ, -ηκος, ὁ, I. η λαβή του πηδαλίου του πλοίου, τιμόνι, και γενικά,
σύστημα ή όργανο διεύθυνσης, σε Αισχύλ., Ευρ. κ.λπ.· μεταφ., το τιμόνι της διακυβέρνησης, το
πηδάλιο της διοίκησης, σε Αισχύλ. II. στην Ομήρ. Ιλ., οἱ οἴηκες είναι οι κρίκοι του ζυγού της
άμαξας, μέσα από τους οποίους περνούν τα χαλινάρια για την καθοδήγηση των μουλαριών.
εδώ αιτιατική ενικού του αρσενικού ουσιαστικού
νωμῶν
εδώ είναι μετοχή ενεστώτα αρσενικό γένος,ονομαστική ενικού του ρ νωμάω (νέμω Ι),
μέλ. -ήσω, I. διαμερίζω, διανέμω, ιδίως τροφή και ποτό σε εορταστικές εκδηλώσεις, σε Όμηρ.
II. (νέμω III. 2.) διευθύνω κατά βούληση, καθοδηγώ, ελέγχω. 1. λέγεται για όπλα, χειρίζομαι,
κουμαντάρω, κινώ τη λόγχη, το δόρυ ή την ασπίδα, σε Όμηρ.· ομοίως μεταφ., νώμα πηδαλίῳ
πόλιν, κρατούσε το τιμόνι της πόλης, Λατ. gubernabat, σε Πίνδ.· πᾶν νωμάω ἐπὶ τέρμα, σε
Αισχύλ. 2. λέγεται για μέλη του σώματος, κινώ με ταχύτητα· γούνατα νωμᾶν, σε Ομήρ. Ιλ.·
πόδα νωμᾶν, σε Σοφ.· νωμᾶν ὀφρύν, κουνώ το φρύδι μου, σε Αισχύλ. 3. ανακινώ στο μυαλό
μου, σε Ομήρ. Οδ.· παρατηρώ, παρακολουθώ, σε Ηρόδ., Τραγ.

7 Στίχος
ὑμνοῖθ᾽
εδώ είναι β πληθυντικό ενεστώτα οριστικής ή κατ αλλους γ ενικό του ρ ὑμνέω
(ὕμνος), Επικ. -είω, Δωρ. γʹ πληθ. ὑμνεῦσι, θηλ. μτχ. ὑμνεῦσα, μέλ. -ήσω· I. 1. με αιτ., υμνώ,
εγκωμιάζω, εξυμνώ, Λατ. canere, με αιτ., σε Ησίοδ., Τραγ.· επίσης σε πεζό λόγο, εξυμνώ,
δοξολογώ, τιμώ τη μνήμη, εορτάζω, σε Ηρόδ., Ξεν.· με διπλή αιτ., ἃ τὴν πόλιν ὕμνησα, τα
πράγματα για τα οποία εγκωμίασα την πόλη μας, σε Θουκ. — Παθ., εξυμνούμαι, Ἀργεῖοι
ὑμνέαται (Ιων. αντί -ηνται), έχουν επαινεθεί, σε Ηρόδ.· ὑμνηθήσεται πόλις, σε Ευρ.· αἱ
ὑμνούμεναι φιλίαι, οι διαβόητες, οι ξακουστές φιλίες, σε Αριστ. 2. με σύστ. αιτ., υμνώ,
επαινώ, σε Αισχύλ., Ευρ. II. λέω κάτι ξανά και ξανά, επαναλαμβάνω, εξιστορώ, απαγγέλλω,
εκθέτω, ξαναδιαβάζω, αφηγούμαι, Λατ. decantare, σε Πλάτ.· ὑμνήσεις κακά, εσύ θα ψάλλεις,
τραγουδήσεις επανειλημμένως τις δικές σου δυστυχίες, συμφορές, σε Σοφ.· τὰν ἐμὰν ὑμνεῦσαι 
(Ιων. αντί -οῦσαι) ἀπιστοσύναν, διαρκής έκθεση της δικής μου έλλειψης πίστης, σε Ευρ. —
Παθ., βαί’, ἀεὶ δ’ ὑμνούμενα, λίγες λέξεις, αλλά συχνά επαναλαμβανόμενες, σε Σοφ. III. 1.
αμτβ., εξυμνώ, ψάλλω, σε Θουκ., Ξεν. 2. με Παθ. σημασία, φῆμαι ὑμνήσουσι περὶ τὰ ὦτα, θα
ηχήσουν στα αυτιά τους, σε Πλάτ. (Στον Ευρ. μερικές φορές παραδίδεται ῠ).
[.....]

Για ιδιαίτερα φιλολογικά μαθήματα με προσωπική καθοδήγηση και τις πλήρεις σημειώσεις, επικοινωνήστε μαζί μου. 📩 Στείλτε μήνυμα στο inbox στο Facebook ή email για πληροφορίες. 📞 Εναλλακτικά, καλέστε στο κινητό μου για άμεση επικοινωνία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου