ὄμματα
ὄμμα, -ατος, τό (η ρίζα βρίσκεται στο ὦμμαι, Παθ. παρακ. του ὁράω)· μάτι,
οφθαλμός, σε Όμηρ. κ.λπ.· κατὰ χθονὸς ὄμματα πήξας, σε Ομήρ. Ιλ.· ὀρθοῖς ὄμμασιν ὁρᾶν
τινα, Λατ. rectis oculis aspicere, κοιτάζω κατ’ ευθείαν, μέσα στα μάτια, σε Σοφ. κ.λπ.· οὐκ
οἶδ’ ὄμμασιν ποίοις βλέπων πατέρα πότ’ ἂν προσεῖδον, με τί μάτια θα τον κοιτούσα κατά
πρόσωπο, στον ίδ.· ομοίως, ὁρᾶν τινα ἐν ὄμμασι, στον ίδ.· λαμπρὸς ὥσπερ ὄμματι, κρίνω από
τα μάτια ή την έκφραση κάποιου, στον ίδ.· ἐς ὄμμα τινὸς ἐλθεῖν, παρουσιάζομαι μπροστά σε
κάποιον, μπροστά στα μάτια του, σε Ευρ.· κατ’ὄμματα, ενώπιον κάποιου, σε Σοφ.· ἐλθεῖν κατ’
ὄμμα, έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο, σε Ευρ.· αλλά, κατ’ὄμμα ἐπίσης, ως προς την όραση,
σε Σοφ.· ὡς ἀπ’ ὀμμάτων, κρίνω με το μάτι, Λατ. ex obtutu, στον ίδ.· ἐν ὄμμασι, Λατ. in oc
ulis, μπροστά στα μάτια κάποιου, σε Αισχύλ., Θουκ.· ἐξὀμμάτων, έξω από το οπτικό πεδίο
κάποιου, σε Ευρ. II. αυτό που βλέπει κάποιος, θέαμα, όραμα, θέα, σε Σοφ. III. το μάτι του
ουρανού, δηλ. ο ήλιος, στον ίδ., Ευρ.· αλλά, ὄμμα νυκτός, περίφρ. αντί νύξ (βλ. κατωτ. IV), σε
Αισχύλ., Ευρ. IV.γενικά, φως, οτιδήπτε φέρνει φως, ὄμμα δόμων νομίζω δεσπότου παρουσίαν,
σε Αισχύλ.· ὄμμα φήμης, φως, χαρά από ευχάριστες ειδήσεις, σε Σοφ. ξύναιμον ὄμμα αντί
ξυναίμων, στον ίδ.· ὦ ταυρόμορφον ὄμμα Κηφισοῦ αντί ὦ ταυρόμορφε Κηφισέ, σε Ευρ.εδώ
αιτιατική ενικού του ουδετέρου ουσιστικού
4 Στίχος
ὑπνώοντας
ὑπνώω, αντί ὑπνάω = ὑπνώσσω, κοιμάμαι, σε Όμηρ.,εδώ μετοχή ενεστώτα
αιτιατική πληθυντικού στο αρσενικό γένος
5 Στίχος
τρίζουσαι
τρίζω (√ΤΡΙΓ), παρακ. τέτρῑγα (συνηθέστερο με σημασία ενεστ.), Επικ. μτχ.
τετριγῶτες, αντί τετριγότες· λέγεται για ήχους που βγάζουν τα ζώα, τσιρίζω, ουρλιάζω,
λέγεται για μικρά πτηνά ή νεοσσούς, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για νυκτερίδες, σε Ομήρ. Οδ.·
λέγεται για φαντάσματα (δηλ. το θόρυβο που κάνουν οι ψυχές των πεθαμένων), τα οποία —
στον Σαίξπηρ— «τσιρίζουν και μιλούν ασυνάρτητα», σε Όμηρ. κ.λπ. 2. λέγεται για άλλους
ήχους, νῶτα τετρίγει (Επικ. υπερσ.) έτριξαν τα νώτα του παλαιστή, σε Ομήρ. Ιλ.· τρίζω τοὺς
ὀδόντας, τρίζω τα δόντια, σε Κ.Δ.· λέγεται για χορδή μουσικού οργάνου, αντηχώ δυνατά,
βγάζω οξύ ήχο, σε Ανθ. (ηχομιμ. λέξη).εδώ ονομαστική πληθυντικού του τρίζω
ταὶ
εδώ είναι άρθρο στο θηλυκό ονομαστική πληθυντικού
6 Στίχος
μυχῷ
εδώ είναι δοτική ενικού του αρσενικού ουσιαστικού, μυχός, ὁ (μύω),· 1. το εσώτατο
μέρος, το εσώτατο κοίλωμα ή γωνία, Λατ. sinus, recessus, σε Όμηρ. κ.λπ. 2. το εσώτατο
μέρος του σπιτιού, διαμερίσματα γυναικών, Λατ. penetralia, σε Ομήρ. Οδ., Τραγ. 3. κόλπος ή
κολπίσκος που εκτείνεται σε βάθος στην ξηρά, σε Ηρόδ.· πόντιος μυχός, δηλ. η Αδριατική, σε
Αισχύλ.
Για ιδιαίτερα φιλολογικά μαθήματα και τις πλήρεις σημειώσεις, επικοινωνήστε μαζί μου.
Στείλτε μήνυμα στο inbox στο Facebook ή email για πληροφορίες.
Εναλλακτικά, καλέστε στο κινητό μου για άμεση επικοινωνία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου