Ομήρου Οδύσσεια Ραψωδία Ψ



ΡΑΨΩΔΙΑ Ψ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

ῥεῖα μετοχλίσσειεν, ἐπεὶ μέγα σῆμα τέτυκται
ἐν λέχει ἀσκητῷ: τὸ δ᾽ ἐγὼ κάμον οὐδέ τις ἄλλος.
190θάμνος ἔφυ τανύφυλλος ἐλαίης ἕρκεος ἐντός,
ἀκμηνὸς θαλέθων: πάχετος δ᾽ ἦν ἠΰτε κίων.
τῷ δ᾽ ἐγὼ ἀμφιβαλὼν θάλαμον δέμον, ὄφρ᾽ ἐτέλεσσα,
πυκνῇσιν λιθάδεσσι, καὶ εὖ καθύπερθεν ἔρεψα,
κολλητὰς δ᾽ ἐπέθηκα θύρας, πυκινῶς ἀραρυίας.
195καὶ τότ᾽ ἔπειτ᾽ ἀπέκοψα κόμην τανυφύλλου ἐλαίης,
κορμὸν δ᾽ ἐκ ῥίζης προταμὼν ἀμφέξεσα χαλκῷ
εὖ καὶ ἐπισταμένως, καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνα,
ἑρμῖν᾽ ἀσκήσας, τέτρηνα δὲ πάντα τερέτρῳ.
ἐκ δὲ τοῦ ἀρχόμενος λέχος ἔξεον, ὄφρ᾽ ἐτέλεσσα,
200δαιδάλλων χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ ἠδ᾽ ἐλέφαντι:
ἐκ δ᾽ ἐτάνυσσα ἱμάντα βοὸς φοίνικι φαεινόν.
οὕτω τοι τόδε σῆμα πιφαύσκομαι: οὐδέ τι οἶδα,
ἤ μοι ἔτ᾽ ἔμπεδόν ἐστι, γύναι, λέχος, ἦέ τις ἤδη
ἀνδρῶν ἄλλοσε θῆκε, ταμὼν ὕπο πυθμέν᾽ ἐλαίης.
ῥεῖα  είναι επίρρημα άκλιτο εύκολα, ῥεῖα, Επικ. αντί ῥέα, επίρρ. του ῥᾴδιος, εύκολα, με άνεση, άνετα, σε Όμηρ.· θεοὶ   ῥεῖα  ζώοντες, οι θεοί που ζουν μέσα στην άνεση και την ευμάρεια, 
Λατ.securum agentes aevom, στον ίδ.επιτετ. έκφραση, ῥεῖα μάλ', σε Ομήρ. Ιλ

μετοχλίσσειεν είναι γ ενικό ευκτικής αορίστου του ρ μετοχλίζω, μετ-οχλίζω, μέλ. -ίσω, Επικ. γʹ ενικ. ευκτ.αόρ.αʹ μετοχλίσσειεI. μετακινώ με τη χρήση μοχλού, σηκώνω και απομακρύνω από τη μέση ένα βαρύ σώμα, σε Ομήρ. Οδ. II. σπρώχνω προς τα πίσω ένα εμπόδιο, σε Ομήρ. Ιλ.

κάμον  αναύξητος τύπος αορίστου β του κάμνω α ενικό πρόσωπο,κάμνω, (εκτετ. τύπος από την √ΚΑΜ)· κᾰμοῦμαι· αόρ. βʹ ἔκᾰμον, απαρ. καμεῖν, Επικ.υποτ. με αναδιπλ. κεκάμω, γʹ ενικ. κεκάμῃσι, γʹ πληθ. κεκάμωσι· παρακ. κέκμηκα· γʹ πληθ. υπερσ. ἐκεκμήκεσαν· Επικ. μτχ. κεκμηώςκεκμηῶτικεκμηῶτα, αιτπληθ. κεκμηότας — Μέσ., Επικ.αόρ. βʹ καμόμην· I. μτβ., κοπιάζω, λέγεται για την δουλειά ενός σιδηρουργού, σκῆπτροντὸ μὲν Ἥφαιστος κάμε, το οποίο εκείνος κατασκεύασε, σε Ομήρ. Ιλ.· κ.νῆας, σε Ομήρ. Οδ. II. 1. Μέσ.κερδίζω, αποκτώ με κόπο, τὰς (γυναῖκαςαὐτοὶ καμόμεσθα, σε Ομήρ. Ιλ.2. εργάζομαι ή οργώνω, καλλιεργώ με μόχθο, κόπο, σε Ομήρ. Οδ. III. 1. αμτβ.εργάζομαι, κοπιάζω, σε Θουκ.· έπειτα, κουράζομαι, ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος οἶνος ἀέξει, σε Ομήρ. Ιλ. οὐδέ τι γυῖα κάμνει, ούτε αισθάνεται κόπωση στα μέλη του, στο ίδ. περὶ δ' ἔγχεϊ χεῖρα καμεῖται, θα κουραζόταν το χέρι του από το πιάσιμο, από το σφίξιμο του δόρατος, στο ίδ.με μτχ. κάμει πολεμίζωνἐλαύνων, είναι κουρασμένος από την μάχη, από την κωπηλασία, στο ίδ. οὐκ ἔκαμον τανύων, δεν συνάντησα, αντιμετώπισα καμία δυσκολία στο χόρδισμα του τόξου, δηλ.το έκανα χωρίς πρόβλημα, σε Ομήρ. Οδ. οὔτοι καμοῦμαι λέγουσα, ποτέ δεν θα κουρασθώ να λέω, σε Αισχύλ.κ.λπ. 2. είμαι ασθενής ή άρρωστος, υποφέρω από ασθένεια, οἱ κάμνοντες, οι άρρωστοι, σε Ηρόδ.κ.λπ.ομοίως και, κάμνειν νόσον, σε Ευρ. κ. τοὺς ὀφθαλμούς, σε Ηρόδ.3. γενικά, υποφέρω, πάσχω ή θλίβομαι, στενοχωριέμαι, βασανίζομαι, στρατοῦ καμόντος, σε Αισχύλ.οὐ καμεῖ, δεν θα έχεις να παραπονεθείς εναντίον μου, σε Σοφ.· οὐκ ἴσον καμὼν ἐμοὶ λύπης, μην έχοντας ίσο μερίδιο λύπης μαζί μου, στον ίδ.4. οἱ καμόντες (μτχ.αορ.), αυτοί που ολοκλήρωσαν την δική τους δουλειά, Λατ defuncti, δηλ. οι νεκροί, σε Όμηρ.· ομοίως και κεκμηκότες, σε Ευρ.Θουκ.

ἀκμηνὸς ονομαστική ενικού στο αρσενικό γένος του επιθέτου  ἀκμηνός -όν (ακμή ), σε πλήρη ανάπτυξη, σε  Ομήρ.  Οδ   ἄκμηνος ,  -ον, αυτός που νηστεύει, νηστικός, σε Ομήρ. Ιλ.· με γεν.,  ἄκμηνος  σίτων,  δόρποιο,  αυτός που απέχει από την τροφή

ἠύτε, Επικ.μόριο, I. όπως, καθώς, σε Ομήρ. Ιλ.κ.λπ.· συχνά στον Όμηρ. σε παρομοιώσεις αντί ὡςὅτε. II. στην Ομήρ. Ιλ. Δ 277, ύστερα από συγκρ.· μελάντερον ἠύτε πίσσα, πολύ μαύρος, όπως η πίσσα· ἠύτε = ἤ, πιο μαύρος κι από την πίσσα.

ἀμφέξεσα μετοχή αορίστου στο θηλ γένος του ρ ξέω, παρατ. ἔξεον, αόρ.αʹ ἔξεσα, Επικ.ξέσσα — Παθ., παρακ. ἔξεσμαι· λειαίνω ή στιλβώνω με ξύσιμο, πλάνισμα (ροκάνισμα), λιμάρισμα· λέγεται για ξυλουργό, σε Ομήρ. Οδ.κ.λπ.

ἴθυνα αορ α ενικό πρόσωπο ἰθύνω[ῑῡ], αόρ.αʹ ἴθυνα — Παθ.αόρ.αʹ ἰθύνθην· Ιων. αντί εὐθύνω· 1. κάνω κάτι ίσιο, ισιώνω, ἐπὶ στάθμην ἴθυνεν, με τον κανόνα, με τον χάρακα, δια της στάθμης, σε Ομήρ. Οδ. — Παθ, τρέχω ομαλά, λέγεται για άλογα ζευγμένα από κοινού, σε Ομήρ. Ιλ.2. οδηγώ σε ευθεία γραμμή, ἵππους ἰθύνομεν (Επικ.αντί -ωμεν), ας τους οδηγήσουμε σε ευθεία, στο ίδ.· νῆα ἰθύνει (ενν. ο κυβερνήτης), το κρατάει ίσιο, στο ίδ.· βέλος ἴθυνεν, το διηύθυνε ίσια, στο ίδ. — Μέσ., κατευθύνω ή διευθύνω για τον εαυτό μου· ἰθύνετο ὀϊστόν, σκόπευσε το βέλος του κατ' ευθείαν προς..., σε Ομήρ. Οδ.· πηδαλίῳ ἰθύνετο (δηλ.νῆα), σε Ομήρ. Οδ.με γεν. ἀλλήλων ἰθυνομένων δοῦρα, καθώς κατηύθυναν τα δόρατά τους κατ' ευθείαν ο ένας εναντίον του άλλου, σε Ομήρ. Ιλ.— Παθ.λέγεται για πλοίο,διευθύνομαι, κυβερνώμαι, σε Ηρόδ.3. οδηγώ, διευθύνω, κυβερνώ, σε Ομήρ. Ιλ.Αισχύλ.· λέγεται για κριτή, δικαστή, μύθους ἰθύνειν, επανορθώνω άδικες κρίσεις, σε Ησίοδ.ἰθύνω τὸ πλέον τινί, κρίνοντας απονέμω το μεγαλύτερο μέρος σε κάποιον, σε Θεόκρ. — Παθ. ἰθύνεσθαι θανάτῳ, τιμωρούμαι με θάνατο, σε Ηρόδ.

ἑρμῖν᾽ αιτιατική ενικού του  ουσιαστικού ἑρμίς ή -ίν-ῖνος, δοτ.πληθ.ἑρμῖσι, πόδι κρεβατιού, σε Ομήρ. Οδ

τέτρηνα α ενικό αορίστου ομηρικός τύπος,τετραίνω, Ιων. μέλ. τετρᾰνέω· Επικ. αορ. τέτρηνα· οι άλλοι χρόνοι σχηματίζονται από το *τράω, μέλ. τρήσω, αόρ. ἔτρησα — Παθ., παρακ. τέτρημαι· τρυπάω, διατρυπώ, σε Όμηρ. — Παθ., λίθος τετρημένος, σε Ηρόδ.· ὁ οὐρανὸς τέτρηται, ο ουρανός έχει τρύπες, στον ίδ.· χάσμα τῆς γῆς τετρημένον, χάσμα σχηματισμένο από κομμάτιασμα της γης, σε Πλάτ.

τερέτρῳ δοτική ενικού του ουδετέρου ουσιαστικού τέρετροντό (τείρω), τρυπάνι, Λατ. terebra, σε Ομήρ. Οδ.

ἔξεον α ενικό παρατατικού ξέω, παρατ.ἔξεον, αόρ.αʹ ἔξεσα, Επικ.ξέσσα — Παθ.παρακ.ἔξεσμαι· λειαίνω ή στιλβώνω με ξύσιμο, πλάνισμα (ροκάνισμα), λιμάρισμα· λέγεται για ξυλουργό, σε 
Ομήρ. Οδ.κ.λπ.

ἐτάνυσσα α ενικό επικού αορίστου του ρ τανύω τᾰνύω, μέλ.τανύσω, Επικ.τανύω· αόρ.ἐτάνῠσα, Επικ.ἐτάνυσσατάνυσσα — Μέσ.Επικ.μτχ.αορ. τανυσσάμενος — 
παθ.αόρ.ἐτανύσθην, Επικ.γʹ πληθ.τάνυσθεν, γʹ ενικ.παρακ.τετάνυσμαι· (τείνω)· I. 1. εκτείνω, τεντώνω, σε Ομήρ. Ιλ. τανύω βιόν, τεντώνω το τόξο, σε Ομήρ. Οδ.και Μέσ.
τόξον τανυσσάμενος, έχοντας τεντωμένο το τόξο του, σε Ομήρ. Ιλ.λέγεται για την τοποθέτηση χορδών στην άρπα, ἐτάνυσε χορδήν, σε Ομήρ. Οδ. τανύω κανόνα, σπρώχνω τον υφαντουργικό κανόνα δυνατά, δηλ.υφαίνω, σε Ομήρ. Ιλ. ὅπως τανύσῃ, όταν χαλιναγωγήσει, συγκρατήσει (τα άλογα), στο ίδ. ἐπὶ Ἀκράγαντι τανύσσας (ενν. ὀϊστούς), έχοντας σκοπεύσει αυτούς, σε 
Πίνδ.— Παθ. γναθμοὶ τάνυσθεν (αντί ἐτανύσθησαν), τα βαθουλωμένα μάγουλα φούσκωσαν, γέμισαν, σε Ομήρ. Οδ.· τρέχω με όλη μου τη δύναμη, λέγεται για άλογα που καλπάζουν, σε Όμηρ. 2. μεταφ., εντείνω, κάνω κάτι πιο δυνατό, τανύω μάχην, σε Ομήρ. Ιλ.· ἔριδα πολέμοιο πεῖραρ τάνυσσαν, εντείνω τον αγώνα για επικράτηση, στο ίδ.
 II. εκτείνω κατά μήκος, απλώνω, σε Ομηρ.· τανύωτινὰ ἐν κονίῃςἐπὶ γαίῃ, απλώνω κάποιον κατά μήκος στη σκόνη, τον ξαπλώνω κάτω στο χώμα, στον ίδ. — Παθ., στέκομαι τεντωμένος, 
στον ίδ.· εκτείνομαι, σε Ομήρ. Οδ.· ἐπὶ χθονὶ κεῖτο τανυσθείς, σε Ομήρ. Ιλ.· επίσης, τρίβος τετάνυστο, το μονοπάτι, η διαδρομή ήταν μακριά, σε 
Θεόκρ

πιφαύσκομαι α ενικό ενεστώτα μέσης φωνής του ρ πι-φαύσκω, αναδιπλ.τύπος από √ΦΑ του φαίνω, μόνο στον ενεστ. και παρατ.· Επικ.απαρ.πιφαυσκέμεν· I. 1. κάνω διακήρυξη, δηλώνω, υποδεικνύω, σε Όμηρ., Αισχύλ.· απόλ. πιφαύσκων Διομήδεϊ, στέλνω σήμα σ' αυτόν, σε Ομήρ. Ιλ.2. προφέρω λόγους, διακηρύσσω, εξιστορώ, μῦθον ἔπεα, σε Ομήρ. Οδ.3. με αιτ.και απαρ.
, λέω σε κάποιον να πράξει, σε Αισχύλ.II. Μέσ., διακηρύσσω, κάνω επίσημη και δημόσια δήλωση, σε Ομήρ. Ιλ.· ορίζω, γνωστοποιώ, σε Όμηρ., Ησίοδ.

ἔμπεδόν ουδ επιθ αιτιατ. ενικού εδώ πιθανότατα ἔμ-πεδος-ον (ἐνπέδον), I. αυτός που βρίσκεται στο έδαφος, ακίνητος, άκαμπτος, ακλόνητος, ασάλευτος, στέρεος, σε Όμηρ.· λέγεται για γεγονότα, βέβαιος και σίγουρος, δεδομένος, αδιάσειστος, σε Ομήρ. Οδ. 2. λέγεται για χρόνο, διαρκής, συνεχής, αδιάκοπος, μόνιμος, σε Όμηρ. II. ουδ. ἔμπεδον ως επίρρ., μένειν ἔμπεδον, σταθερά, σε Ομήρ. Ιλ.· θέειν ἔμπεδον, συνεχές τρέξιμο, τρέξιμο χωρίς ανάπαυση, χωρίς διακοπή, στο ίδ.· επιτετ., ἔμπεδον αἰέν, στο ίδ.· ομοίως και σε πληθ., τίκτει δ' ἔμπεδα μῆλα, τα κοπάδια γεννούν τακτικά, ανελλιπώς, σε Ομήρ. Οδ.· επίσης σε Αττ. ποιητές, λέγεται για ασφάλεια ή βεβαιότητα, σε Σοφ.· αλλά συχνότερα, ἐμπέδως, σε Αισχύλ., Σοφ.

ἦέ ἠέ, ποιητ. αντί , ή, είτε.ἠέ, επιφώνημα, α! σε Αισχύλ.ᾖε, Επικ. αντί ᾔει, γʹ ενικ. παρατ. του εἶμι (Λατ. ibo). εδώ τον έχουμε σαν διαζευκτικό σύνδεσμο

ἄλλοσε επιρρ ,ἄλλοσε, επίρρ. (ἄλλος), σε άλλο μέρος, τόπο, αλλού, σε Ομήρ. Οδ.· ἄλλοςἄλλοσε, ο ένας προς ένα μέρος, ο άλλος προς άλλο, σε Αισχύλ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου