Ευρυπίδης Ιππόλυτος Στίχοι 3-14



Ο Ιππόλυτος του Ευριπίδη είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές τραγωδίες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, γραμμένη και παρουσιασμένη το 428 π.Χ. στο πλαίσιο των Διονυσίων. Το έργο εξερευνά τα όρια της ανθρώπινης αρετής, της θεϊκής παρέμβασης και της καταστροφικής δύναμης του έρωτα. Μέσα από την τραγική σύγκρουση ανάμεσα στον Ιππόλυτο, την Φαίδρα και την θεά Αφροδίτη, ο Ευριπίδης αναδεικνύει την ένταση ανάμεσα στο πάθος και τη λογική, καθώς και τις συνέπειες της αλαζονείας απέναντι στους θεούς. Με έντονη ψυχολογική εμβάθυνση και δραματική ένταση, ο Ιππόλυτος παραμένει ένα έργο διαχρονικό, που θέτει ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση, την ηθική και την μοίρα.

Λεξικογραμματική ανάλυση

3 Στίχος
τερμόνων
εδώ γενική πληθυντικού του αρσενικού ουσιαστικού τέρμων, -ονος, ὁ, I. 1. =
τέρμα, όριο, σύνορο, σε Ευρ.· και στον πληθ., στον ίδ. 2. = Λατ. Terminus, σε Πλούτ. II. τέλος,
βίου, σε Ευρ.

10 Στίχος
τόκος
εδώ είναι ονομαστική ενικού του αρσενικού ουσιαστικού, τόκος, ὁ (τίκτω)· I. 1.
τοκετός, γέννα, σε Ομήρ. Ιλ.· στον πληθ., σε Σοφ., Ευρ. 2. χρόνος τοκετού, σε Ηρόδ. II. 1.
αυτό που γεννιέται, παιδί, σε Όμηρ., Αισχύλ. κ.λπ. 2. μεταφ., κέρδος το οποίο αποφέρουν τα
δανεισθέντα χρήματα, τόκος, Λατ. usura, σε Αριστοφ. κ.λπ.· ἐπὶ τόκῳ ή ἐπὶ τόκον δανείζεσθαι,
δανείζομαι με τόκο, σε Δημ.· τόκοι τόκων, σύνθετος τόκος, σε Αριστοφ. 3. οι καρποί της γης,
σε Ξεν.

14 Στίχος
ἀναίνεται
εδώ γ ενικό ενεστώτα του ρ ἀν-αίνομαι· παρατ. ἠναινόμην, Επικ. ἀναινόμην·
αόρ. αʹ ἠνηνάμην, γʹ ενικ. υποτ. ἀνήνηνται, απαρ. ἀνήνασθαι· αποθ.· (ἀν- στερητικό αἶνος)·
I. 1. με αιτ., απορρίπτω μετά βδελυγμίας, περιφρονώ, απορρίπτω, σε Όμηρ.· επίσης απλώς,
αρνούμαι, απορρίπτω, δεν αποδέχομαι, σε Ομήρ. Οδ., Ξεν. 2. αποποιούμαι, παραιτούμαι,
αποκηρύσσω, σε Αισχύλ., Ευρ. II. με απαρ., αρνούμαι, δεν αποδέχομαι να κάνω, σε Ομήρ. Ιλ.·
και με πλεοναστική άρνηση ἀναίνετο μηδὲν ἑλέσθαι, αρνήθηκε, δεν αποδέχτηκε τίποτα, στο ίδ.
III. απόλ., αρνούμαι, αποκρούω, σε Όμηρ
λέκτρα
εδώ είναι ουδέτερο αιτιατική πληθυντικού του ουσιαστικού λέκτρον, τό (λέγω Α)· I.
όπως το λέχος, ανάκλιντρο, κρεβάτι, Λατ. lectus, σε ενικ. και πληθ., σε Όμηρ.· λέκτρονδε, στο
κρεβάτι, σε Ομήρ. Οδ. II. έπειτα στον πληθ., νυφικό κρεβάτι, σε Πίνδ., Τραγ.· ἀλλότρια, νόθα
λέκτρα, για παράνομες σχέσεις, σε Ευρ.
ψαύει
, εδώ είναι γ ενικό ενεστώτα του ρ ψαύω, μέλ. ψαύσω, αόρ. αʹ ἔψαυσα, παρακ.
ἔψαυκα — Παθ., αόρ. αʹ ἐψαύσθην, παρακ. ἔψαυσμαι (συγγενές προς το ψάω)· 1. αγγίζω,
ακουμπώ, εφάπτομαι, με γεν., τινός, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· με δοτ. του οργάνου, στο ίδ.· χεροῖν
ἔψαυσα πηγῆς, σε Αισχύλ.· αλλά, ψαύειν τινί, αγγίζω ένα πράγμα, σε Πίνδ.· στον Σοφ. με
αιτ., κεῖνος ψαύων τὸν θεόν, αυτός που προσβάλλει το θεό, σε Αντιγ. 961· αλλά, στο ίδ. 857,
ἔψαυσας μερίμνας, πατρὸς οἶκτον, άγγιξες το πεπρωμένο του πατέρα μου, (το μερίμνας είναι
γεν. και το οἶκτον αιτ. κατά παράθεση προς την προηγούμενη πρόταση). 2. αγγίζω ως εχθρός,
απλώνω χέρι πάνω σε, τινός, σε Ευρ. 3. αγγίζω, φθάνω, επιδρώ σε κάτι, ἄκρας καρδίας
ἔψαυσέ μου, στον ίδ. — Μέσ. επίσης, φθάνω κάτι, λαμβάνω, κερδίζω, σε Πίνδ.
[...]

Για ιδιαίτερα φιλολογικά μαθήματα με προσωπική καθοδήγηση και τις πλήρεις σημειώσεις, επικοινωνήστε μαζί μου. 📩 Στείλτε μήνυμα στο inbox στο Facebook ή email για πληροφορίες. 📞 Εναλλακτικά, καλέστε στο κινητό μου για άμεση επικοινωνία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου