Οδύσσεια Ραψωδία Ζ στίχοι 1-4


Ραψωδία Ζ – Η άφιξη στη Σχερία και η φιλοξενία των Φαιάκων

Η ραψωδία Ζ σηματοδοτεί την πρώτη ουσιαστική ανάπαυλα του Οδυσσέα μετά από μακροχρόνιες περιπέτειες. Ο ήρωας φτάνει στη Σχερία, την πατρίδα των Φαιάκων, και φιλοξενείται από τον βασιλιά Αλκίνοο και την κόρη του Ναυσικά. Το επεισόδιο αναδεικνύει την αξία της φιλοξενίας στην αρχαία ελληνική κοινωνία, καθώς και την ευγένεια και τη σοφία του Οδυσσέα, ο οποίος κερδίζει τον σεβασμό των Φαιάκων. Η ραψωδία λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στην περιπλάνηση και την αφήγηση των κατορθωμάτων του ήρωα, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις επόμενες ραψωδίες.

Λεξικο-γραμματική ανάλυση

1 Στίχος
καθεῦδε
καθ-εύδω, Ιων. κατ-εύδω· παρατ. καθεῦδον, Αττ. επίσης καθηῦδον και ἐκάθευδον,
μέλ. καθευδήσω· I. πέφτω, ξαπλώνω, πλαγιάζω για να κοιμηθώ, κοιμάμαι, σε Όμηρ. κ.λπ.·
ἐκ τοῦ καθεύδοντος (μτχ. ουδ.), από την κατάσταση του ύπνου, σε Πλάτ. II. μεταφ., μένω
κοιμισμένος, μένω αργός, νωθρός, τεμπέλης, οκνηρός, σε Αισχύλ. κ.λπ.· επίσης λέγεται για
πράγματα, βρίσκομαι σε λήθαργο, καλμάρω, ησυχάζω, ἐλπίδες καθεύδουσιν, σε Ευρ.,εδώ γ
ενικό παρατατικού του ρ καθεύδω
πολύτλας
πολύ-τλας, -α, ὁ (τλῆναι), αυτός που έχει υποστεί πολλά, αυτός που έχει
δεινοπαθήσει, επίθ. για τον Οδυσσέα, σε Όμηρ., Σοφ.,εδώ ονομαστική ενικού στο αρσενικό
γένος

2 Στίχος
καμάτῳ
κάμᾰτος, ὁ (κάμνω), I. 1. μόχθος, κόπος, εξαντλητική εργασία, σε Ομήρ. Οδ., Σοφ.,
Ευρ. 2. συνέπειες μόχθου, εξάντληση, κούραση, κόπωση, σε Όμηρ.· ὕπνῳ καὶ καμάτῳ ἀρημένος,
(ομοίως και στον Οράτ., ludo fatigatum que somno), σε Ομήρ. Οδ. II. 1. εκείνο που κερδίζεται
με μόχθο, ἡμέτερος κάματος, αυτά που αποκτήθηκαν με τους δικούς μας κόπους, στο ίδ.·
ἀλλότριος κάματος, κέρδη από το μόχθο άλλων, σε Ησίοδ. 2. το αποτέλεσμα του κόπου, έργο,
εργασία, δουλειά, πράγμα κατασκευασμένο μέσω τόρνου, σε Ανθ.,εδώ είναι δοτική ενικού του
αρσενικού ουσιαστικού
ἀρημένος
ἀρημένος, -η, -ον, Επικ. Παθ. μτχ. του ἀράω.Β., ἀράω (Β), μέλ. -ήσω, αρχ. ρήμα
βλάπτω, επιφέρω βλάβη· ἀράσοντι, Δωρ. αντί ἀρήσουσι, σε Επιγρ.· μτχ. Παθ. παρακ. ἀρημένος
= βεβλαμμένος, καταπονημένος, ταλαιπωρημένος, σε Όμηρ.εδώ είναι μετοχή παρακειμένου
ονομαστική ενικού

4 Στίχος
ἔναιον
ναίω (Α), I. 1. λέγεται για πρόσ., κατοικώ, διαμένω, σε Ομήρ. Ιλ., Ησίοδ., Τραγ.· με
αιτ. τόπου, κατοικώ σε, ενοικώ, οἶκον, δῶμα, ἅλα, κ.λπ., σε Όμηρ. κ.λπ. — Παθ., κατοικούμαι,
σε Θεόκρ. 2. λέγεται για τόπους, κείμαι, βρίσκομαι, σε Σοφ. II. μτβ., στον Επικ. αόρ. αʹ
ἔνασσα ή νάσσα, 1. με αιτ. τόπου, παραχωρώ τόπο σε κάποιον για να κατοικήσει· νάσσα
πόλιν, θα έπρεπε να του έχω δώσει μια πόλη για κατοικία του, σε Ομήρ. Οδ.· επίσης, κάνω
κάτι κατοικήσιμο, οικοδομώ, νηὸν ἔνασσαν, σε Ομηρ. Ύμν. — Παθ., βλ. εὐναιόμενος. 2. με αιτ.
προσ., επιτρέπω σε κάποιον να κατοικήσει, τον εγκαθιστώ, σε Πίνδ. — Παθ., Επικ. αόρ. αʹ
νάσθην, εγκαθίσταμαι, διαμένω, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως, Μέσ. αόρ. αʹ, νάσσατο ἄγχ’ Ἑλικῶνος, σε
Ησίοδ.· παρακ. νένασται, σε Ανθ.,εδώ είναι α ενικό παρατατικού
εὐρυχόρῳ
εὐρύ-χορος, -ον, Επικ. αντί εὐρύ-χωρος, πλατύς, απλόχωρος, λέγεται για πόλεις,
σε Όμηρ. κ.λπ.· πρβλ. καλλίχορος, εδώ είναι δοτική ενικού του θηλυκού επιθέτου

5 Στίχος
ἀγχοῦ
ἀγχοῦ = ἄγχι, κοντά, πλησίον· ἀγχοῦ δ’ ἱσταμένη, σε Όμηρ.· με γεν., στον ίδ., σε Ηρόδ.
ὑπερηνορεόντων
ὑπερ-ηνορέων, -οντος, ὁ, μτχ., χωρίς ενεστ. σε χρήση, I. υπερβολικά
αρρενωπός, ανδρικός, ανδροπρεπής· αλλά πάντα με αρνητική σημασία, αυταρχικός, δεσποτικός,
υπερφίαλος, ξιπασμένος, αλαζόνας, σε Όμηρ. II. σε κωμ. φράση, αυτός που υπερέχει μεταξύ
των ανθρώπων, αυτός που θεωρεί τον εαυτό του υπεράνθρωπο, σε Αριστοφ.,εδώ γενική πληθυντικού στο αρσενικό γένος

Για ιδιαίτερα φιλολογικά μαθήματα και τις πλήρεις σημειώσεις, επικοινωνήστε μαζί μου. 📩 Στείλτε μήνυμα στο inbox στο Facebook ή email για πληροφορίες. 📞 Εναλλακτικά, καλέστε στο κινητό μου για άμεση επικοινωνία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου